O απαγχονισμός του Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως Γρηγορίου Ε’ και ο αφορισμός του Υψηλάντη

   

του Τίτου Ιω. Αθανασιάδη Δημοσιογράφου – Συγγραφέα

Διακόσια χρόνια συμπληρώθηκαν στις 10 Απριλίου από τον απαγχονισμό του Πατριάρχη Γρηγορίου Ε’. Ήταν Κυριακή του Πάσχα. Λίγες ημέρες προηγουμένως, ο μητροπολίτης Δέρκων, πελοποννησιακής καταγωγής, όπως και ο πατριάρχης, είχε προτείνει στον Γρηγόριο να μεταβούν στην Πελοπόννησο, με άδεια της τουρκικής κυβέρνησης, για να πείσουν τους οπλαρχηγούς να σταματήσουν την Επανάσταση.

Ο Γρηγόριος απέρριψε την πρόταση. Την αποκάλυψη έκανε το 1860, ο ιστορικός Φιλήμων, με το έργο του «Δοκίμιον περί της Ελληνικής Επαναστάσεως». Ο Φιλήμων είχε ζήσει τα γεγονότα της εποχής εκείνης, ως Κωνσταντινοπολίτης, ηλικίας 22 ετών. Τον Οκτώβριο του 1821 ήλθε στην Ελλάδα και μετέσχε της Επανάστασης. Ιδού τι γράφει σχετικά, στη σελ. 443 του Γ’ τόμου: «Ο Πατριάρχης Γρηγόριος ουδόλως συγκατετέθη, εννοήσας τον σκοπόν ταύτης (σ.σ της πρότασης), ήτοι την έμμεσον φυγήν του Δέρκων. Ιδία δε έπειτα παρετήρησαν αυτών, ότι εάν τι τοιούτον πράξωσιν, αυτοί μεν σώζονται, το Έθνος όμως απόλλυται διά της σφαγής». Πού σημαίνει, ότι αυτοί θα εσώζοντο διότι θα ευρίσκοντο μεταξύ των επαναστατών σε απελευθερωμένα εδάφη, αλλά η σφαγή θα επραγματοποιείτο, διότι ο σουλτάνος θα εκλάμβανε τη μη επιστροφή τους, ή έστω τη μη επιστροφή του Δέρκων, ως εμπαιγμό του, οπότε η σφαγή θα επραγματοποιείτο μεγαλύτερη έκταση. Εν πάση περιπτώσει, η παρουσία τους, ιδίως του πατριάρχη, ήταν αναγκαία στην Κωνσταντινούπολη, ώστε να εμποδίσουν την επέλευση της συμφοράς ή τουλάχιστον εάν αυτό ήταν αδύνατον, να περιορίσουν όσον το δυνατόν την έκτασή της.

Με την απόρριψη όμως της πρότασης του μητροπολίτη Δέρκων, ο Γρηγόριος απεκάλυπτε και έμμεσα, ότι δεν ήταν στις προθέσεις του να ασκήσει την επιρροή του, επί των αρχηγών της Επανάστασης στην Πελοπόννησο, να ματαιώσουν την απόφασή τους. Που εσήμαινε ότι ο Γρηγόριος, παρά τα όσα αναγκαζόταν από τον σουλτάνο να διακηρύξει κατά της Επανάστασης, ήταν στην πραγματικότητα υπέρ της διεξαγωγής της και πίστευε στη δυναμική της.

Κατά συνέπεια ο αφορισμός των Υψηλάντη και Σούτσου ήταν υποκριτικός. Απέβλεπε στο να παραπλανήσει τον σουλτάνο, ότι το πατριαρχείο που ηγείτο του Ελληνισμού δεν είχε σχέση με την Επανάσταση και κατά συνέπεια δεν έπρεπε να πραγματοποιηθεί η σφαγή όλων των αμάχων την οποία απειλούσε η υψηλή Πύλη.

Ο αφορισμός βέβαια μπορούσε να ήταν το μεγάλο μέσο για την αποφυγή της σφαγής των αμάχων Ελλήνων, από την άλλη πλευρά όμως υπήρχε το ενδεχόμενο να αποτελούσε κηλίδα για τον ίδιο τον Γρηγόριο. Ο ίδιος όμως ήλπιζε, ότι ο αρχηγός της Επανάστασης και οι συνεργάτες του και λοιποί οπλαρχηγοί, θα αντιλαμβάνονταν την εθνική σκοπιμότητά του.

«Εθνική» διότι θα εσώζοντο, δεκάδες, ίσως και εκατοντάδες χιλιάδες ανθρώπινες ζωές: Οι άμαχοι Έλληνες, οι οποίοι θα περνούσαν διά πυρός και μαχαίρας φανατισμένων μουσουλμάνων εάν εκηρύσσετο ιερός πόλεμος εναντίον τους (τζιχάντ).

Και πράγματι ο Υψηλάντης, ο οποίος είχε ιδία γνώση των πολιτικών σκοπιμοτήτων από την στάση του φίλου του, διότι ήταν φίλος του ο τσάρος Αλέξανδρος (το θέμα της φιλίας αυτής δεν είναι του παρόντος), θα εκτιμούσε περισσότερο – και το έπραξε – την εθνική διάσταση της σκοπιμότητας του αφορισμού του από τον Πατριάρχη.

Η διατύπωση, εξ άλλου, του αφορισμού ήταν τέτοια που σαφώς προέκυπτε ο εκβιασμός του πατριάρχη από τον σουλτάνο.

Ως προς τον εκβιασμό αυτό, το ζήτημα για τον Γρηγόριο δεν ήταν η ζωή του, αλλά η ζωή του ποιμνίου του. Η ζωή του Έθνους, του οποίου εκ παραδόσεως ηγείτο ο εκάστοτε πατριάρχης.

Το απέδειξε απορρίπτοντας όχι μόνο την πρόταση του Δέρκων, αλλά και δύο ακόμη προτάσεις που του έγιναν να φύγει από την Κωνσταντινούπολη, διότι πρώτος αυτός από όλους εκινδύνευε.

Εάν το Γένος, το Έθνος των Ελλήνων, επαναστατούσε, ήταν εύλογο να θεωρηθεί ότι πρώτος στόχος της οργής του σουλτάνου θα γινόταν ο εθνάρχης του, ο πατριάρχης.

Η τελευταία πρόταση, λίγες ημέρες πριν το μαρτύριό του έγινε από τον «μεγάλο διερμηνέα» (ένα είδος «πρεσβευτού» του πατριαρχείου στην τουρκική κυβέρνηση) Κ. Μουρούζη, ο οποίος πρότεινε στον πατριάρχη να τον φυγαδεύσει με πλοίο στην Οδησσό.

  • Να φύγεις εσύ, εξοχότατε, φέρεται να είπε ο πατριάρχης στον Μουρούζη, προσθέτοντας: Εσύ είσαι νέος και έχεις πολλά να προσφέρεις στο Γένος. Εγώ είμαι γέρων (ο Γρηγόριος ήταν 76 ετών τότε) και το χρέος μου είναι εδώ. Στην από αιώνων έδρα των πατριαρχών και ιδεατή πρωτεύουσα του Έθνους. Και πρόσθεσε:
  • Δεν θέλω να γίνω η χλεύη των ζώντων. Ο θάνατός μου, εξοχότατε, θα ωφελήσει περισσότερο το Έθνος, παρά η ζωή μου (βλέπε και Διονυσίου Κόκκινου, ακαδημαϊκού: «Η Ελληνική Επανάσταση», εκδόσεις «Μέλισσα»).

Και πράγματι ο θάνατος του Γρηγορίου ωφέλησε το Έθνος. Ο απαγχονισμός του συγκλόνισε όλο τον πολιτισμένο κόσμο. Ευρώπη και Αμερική. Ηγεμόνες και πολιτικοί, ακόμη και φίλοι της Τουρκίας κατεταράχτηκαν. Μετά τη θυσία του Γρηγορίου άρχισε η βραδεία, αλλά σταθερή μεταβολή της ρωσσικής εξωτερικής πολιτικής, ενώ δόθηκε πρόσθετη ώθηση στο κίνημα του Φιλελληνισμού.

Ο θάνατός του, επίσης, πεισμάτωσε τους Επαναστάτες, οι οποίοι στο εξής περιελάμβαναν στους όρκους τους την εκδίκησή τους γι’ αυτόν.

Έχουμε την αίσθηση ότι ο Γρηγόριος ευχόταν να θυσιαστεί, για να αποδείξει ότι κυρίαρχο στοιχείο στη σκέψη του ήταν το συμφέρον του Έθνους. Κατά συνέπεια και ο αφορισμός των Υψηλάντη και Σούτσου υπέκρυπτε μέγα συμφέρον του Έθνους: Τη σωτηρία των αμάχων Ελλήνων.

Υπάρχουν πάντως μαρτυρίες, ότι ο Γρηγόριος ανέμενε το τέλος του. Την 3 Απριλίου, Κυριακή των Βαΐων, μετά τη λειτουργία, στο γεύμα που παρέθεσε στα πατριαρχικά διαμερίσματα, απευθυνόμενος προς τους συνδαιτυμόνες του, σε ατμόσφαιρα βαριά, λόγω των σφαγών που εμαίνοντο στην Κωνσταντινούπολη.

  • Σήμερα θα φάμε ψάρι. Σε λίγες ημέρες τα ψάρια θα φάνε εμάς (σ.σ ο υπαινιγμός οφείλετο στο ότι πολλών απαγχονιζομένων, στραγγαλιζομένων, η καρατομουμένων Ελλήνων της Πόλης, τα πτώματα ερρίπτοντο στη Μαύρη Θάλασσα).

Επειδή μάλιστα οι δήμιοι δεν προλάβαιναν να φέρουν σε πέρας το έργο τους, οι Έλληνες κάτοικοι της Κωνσταντινούπολης και των πέριξ εφορτώνοντο σιδηροδέσμιοι σε σαπιοκάραβα, τα οποία οι πλοηγοί τους εβύθιζαν κατόπιν και οι «επιβάτες» τους οδηγούντο στον βυθό. Πεντακόσιοι Πελοποννήσιοι της Πόλης, όταν η είδηση της Εξέγερσης στην Πελοπόννησο έφθασε στον σουλτάνο, την 31 Μαρτίου, είχαν αυτή την τύχη.

Αλλά και το βράδυ του Μεγάλου Σαββάτου και τις πρώτες ώρες της Κυριακής του Πάσχα, μετά το «Χριστός Ανέστη», όταν τελείωσε η λειτουργία και ο Γρηγόριος απεσύρθη με τους συλλειτουργούς του, στην τραπεζαρία, δεν έφαγε τίποτε από τα συνήθη πασχαλινά εδέσματα. Ζήτησε ένα ζωμό. Στην πατριαρχική τράπεζα υπήρχε βαθύτατη θλίψη, διότι δύο πρωτοσύγκελοι του πατριαρχείου δεν είχαν απαγχονιστεί τις απογευματινές ώρες του Μεγάλου Σαββάτου, κατά διαταγή της τουρκικής κυβέρνησης, επειδή είχαν αφήσει να φύγουν με καράβι για την Οδησσό, δύο οικογένειες του Φαναρίου των οποίων την φύλαξη είχαν αναλάβει κατά διαταγήν της αστυνομίας.

Τη νεκρική σιγή της αναστάσιμης πατριαρχικής τραπέζης διέκοψε ο Γρηγόριος με μια ερώτησή του, που θα προβλημάτισε ασφαλώς τους παρακαθημένους ή τον ίδιο. Διερωτήθηκε ο σεπτός πατριάρχης:

  • Ποιος θάνατος άραγε είναι λιγότερο οδυνηρός; ο διά της αγχόνης, ή διά του αποκεφαλισμού;

Μερικές ώρες αργότερα, περί την 11 πρωινή, ο Γρηγόριος υποχρεώνετο να παραιτηθεί του αξιώματός του, με διαταγή της υψηλής Πύλης, ώστε η εν συνεχεία εκτέλεσή του να μην γινόταν εναντίον πατριάρχη, αλλά τέως πατριάρχη.

Ο Γρηγόριος οδηγήθηκε στην αγχόνη που είχε στηθεί στην κεντρική πύλη του πατριαρχείου (που παραμένει έκτοτε κλειστή), την 3 απογευματινή ώρα της Κυριακής του Πάσχα. Ο Εθνομάρτυρας πατριάρχης, τον οποίο η Ελληνική Εκκλησία ανεκήρυξε άγιο το 1921, και του οποίου το λείψανο βρίσκεται στη Μητρόπολη Αθηνών, ανήλθε στο ικρίωμα ευθυτενής, παρά το γήρας του, φορώντας το μαύρο ράσο και το καλυμμαύχι του. Όταν το βάθρο που ίστατο απεσύρθη και η αγχόνη ετράνταξε από το βάρος του σώματός του, το καλυμμαύχι έπεσε, ενώ όπως γράφει ο Κόκκινος «το σώμα ήσπαιρεν ακόμη». Από την οικογένειά του έτυχε να είναι παρών ένας ανηψιός του, διάκονος του πατριαρχείου.

Το πτώμα του Γρηγορίου παρέμεινε στη αγχόνη, κρεμάμενο, επί τριήμερου, «προς παραδειγματισμόν». Για τα ακολουθήσαντα έχουμε αναφερθεί στο παρελθόν σε σημειώματά μας. Σήμερα θα κάνουμε λόγο για το περιεχόμενο της τουρκικής κυβερνητικής διαταγής που ανεφέρετο στους λόγους της θανάτωσής του και κρεμόταν από τον λαιμό του, στο στήθος του. (Καταφεύγων γι’ αυτό στο βιβλίο του Ιω. Φιλήμονος Στ. Γ’, σελ. 443-444, έκδοση 1860).

Το περιεχόμενο του «γιαφτά», όπως ονομαζόταν στα τουρκικά η διαταγή της υψηλής Πύλης, ήταν στην τουρκική γλώσσα. Και η μετάφραση των αποσπασμάτων που παρατίθενται έγινε το 1821, όπως βεβαιώνει ο Φιλήμων. Τα κύρια σημεία του ήταν: «Ο άπιστος Έλλην Πατριάρχης … δεν ηδυνήθη να μη συμμεθέξη νυν εις τας στάσεις και την επανάστασιν του έθνους αυτού, επιχειρηθείσαν υπό διαφόρων διεφθαρμένων ανθρώπων … χρέος δε αυτού ην όπως διδάξη τους αμαθείς, ότι προέκειτο ενταύθα περί επιχειρήσεως ματαίας … Εν τούτοις ένεκα της διαφθοράς της καρδίας αυτού ου μόνον δεν εγνωστοποίησεν, ουδ’ ετιμώρισε (σ.σ προφανώς εννοεί εκκλησιαστικής φύσεως τιμωρίες-αφορισμός και άλλα επιτίμια) τους απλούς ανθρώπους, οίτινες επλανήθησαν, αλλά, κατά πάσαν πιθανότητα, αυτός ο ίδιος μετέσχε κρυφίως ως αρχηγός της επαναστάσεως, ώστε αναποφεύκτως σχεδόν άπαν το Ελληνικόν Έθνος … θέλει καταστροφή ίσως εκ θεμελίων. Όταν η αστυνομία επληροφορήθη περί της επαναστάσεως … η υψηλή Πύλη … διηύθηνεν επί τούτου προς τον Πατριάρχην προσταγήν διαλαμβάνουσαν διαταγάς και συμβουλάς … όπως αναθεματίση πάντα τα μέρη του τόπου … κατά των συμμετασχόντων της επαναστάσεως υπηκόων. Αλλ’ αντί να δαμάση αυτούς και πρώτος αυτός να επανέλθει εις το χρέος αυτού, αυτός ο άπιστος υπήρξε υπέρ πάντα άλλον ο άξων πασών των αταξιών, την μέχρι τούδε διαταραξασιών την κοινήν ησυχίαν, επείσθημεν, ότι και αυτός εγεννήθη εις Πελοπόννησον και ότι συμμετέσχε πασών των βιαίων πράξεων, ας τινάς υπήκοοι πεπλανημένοι έπραξαν… Επειδή δε επείσθημεν περί της προδοσίας αυτού ου μόνον κατά της υψηλής Πύλης, αλλά κατά του ιδίου αυτού έθνους, αναγκαίον κατέστη όπως αφαιρεθεί το σώμα του από της γης, και διά τούτο απηγχονίσθη, ίνα χρησιμεύση ως παράδειγμα διά τους λοιπούς».

Από το «γιαφτά» προκύπτει ότι η τουρκική κυβέρνηση είχε ζητήσει από τον πατριάρχη τον αφορισμό των περιοχών και των κατοίκων τους που είχαν επαναστατήσει. Αλλά εκείνος περιορίστηκε στους αφορισμούς Υψηλάντη και Σούτσου. Εξ ου και η οργή της Πύλης εναντίον του και τελικά η θανάτωσή του. Ένας από τους λόγους γι’ αυτήν ήταν και το ότι καταγόταν από την Πελοπόννησο! Κύρια εστία της Επανάστασης. Τέλος, η τουρκική κυβέρνηση χαρακτηρίζει τον Γρηγόριο αρχηγό της Επανάστασης, διότι αυτός είναι ο ηγέτης του Έθνους των Ελλήνων.