200η ΕΠΕΤΕΙΟΣ ΑΛΩΣΗΣ ΤΡΙΠΟΛΗΣ

Χρυσούλα Γαλάνη

Δρ. Ιστορίας και Διδακτικής της Ιστορίας

 «Ηταν ημέρα βροχερή και νύχτα χιονισμένη / όταν για την Τριπολιτσάν  εκίνησ’  ο Κιαμίλης».   «Στον ερχομόν του κι οι Γραικοί επλάκωσαν το κάστρον· / τους Τούρκους έκλεισαν στενά, βαρεά τους πολεμούσαν. […] «Τώρα να ιδείτε», φώναξε τότ’ ο Κολοκοτρώνης, / «να ιδείτε ελληνικά σπαθιά και κλέφτικα τουφέκια», / πώς πολεμούν οι Ελληνες, πώς πελεκούν τους Τούρκους».

Συμπληρώνονται φέτος 200 χρόνια από την εθνεγερσία του 1821, και από την  άλωση της Τριπολιτσάς, την σημαντικότερη επιτυχία των επαναστατημένων Ελλήνων επί των Τούρκων στις 23 Σεπτεμβρίου 1821.

Το όνομα του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη έχει ταυτιστεί με αυτήν, γιατί ήταν ο αρχιτέκτονας του στρατηγικού σχεδίου, τόσο της άλωσης όσο και ολόκληρης της επανάστασης του 1821.       

 Η Τριπολιτσά, από το 1786, ήταν το συνώνυμο της Οθωμανικής κατοχής στο Μωριά. Πανίσχυρη έδρα του Μώρα Βαλεσή, του ∆ιοικητή του Μωριά, με τους γενίτσαρους και τα τρομερά μπουντρούμια του Σεραγιού, όπου γίνονταν φρικαλέοι βασανισμοί. Στο κέντρο της πόλης υπήρχε ο φοβερός πλάτανος της Τριπολιτσάς όπου οι αρχές και ο τουρκικός όχλος κρέμαγαν τους ραγιάδες. Στην αρχή της πόλης υπήρχε η τρομερή παλουκόραχη, όπου οι Τούρκοι παλούκωναν ζωντανούς, εκατοντάδες Έλληνες και τους άφηναν άθαφτους.

Απεικόνιση της Τριπολιτσάς το 1882, του WORDSWORTH, Christopher

Όλα αυτά είχαν προσδώσει στην πόλη το θλιβερό προσωνύμιο της «αθλίας Τριπολιτσάς» όπως την αποκαλούσαν οι Έλληνες. Το όνειρο λοιπόν των σκλαβωμένων ραγιάδων για ελευθερία, περνούσε υποχρεωτικά από την  προκρούστια κλίνη της Οθωμανικής παντοδυναμίας στην Τριπολιτσά. Αυτό ακριβώς το όνειρο μετέτρεψε σε στρατηγική σκέψη ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης. Μια στρατηγική σκέψη που συνέδεε ευθέως την απελευθέρωση ολόκληρης της Ελλάδας με την άλωση της Τριπολιτσάς.    

Κατά την κύρηξη της επανάστασης Μόρα Βαλέσης ήταν ο Χουρσίτ Πασάς, απασχολημένος όμως τον καιρό εκείνο εναντίον του Αλή πασά στην Ήπειρο. Όταν έμαθε για την πολιορκία, ο Χουρσίτ έστειλε στην Τριπολιτσά  όπου είχε και την οικογένειά του,  3.500 στρατιώτες υπό τον Κεχαγιάμπεη . Διοικητές της πόλης ήταν ο Κεχαγιάμπεης και ο καϊμακάμης Σελίχ Μεχμέ.  Το 1820,  μέσα  στη πόλη η δύναμη των ενόπλων ήταν 10.000 άντρες, Αλβανοί, Ασιάτες και Πελοποννήσιοι Οθωμανοί. Η πόλη διέθετε ισχυρή οχύρωση για την εποχή.

Χουρσίτ Πασάς. Εκδ. Adam Friedel. Επιζωγραφισμένη λιθογραφία, Λονδίνο – Παρίσι, 1829

Πριν ακόμη εκραγεί η Επανάσταση είχαν έλθει στην Τριπολιτσά, ύστερα από διαταγή των Τούρκων, οι οποίοι είχαν πληροφορίες για την σχεδιαζόμενη εξέγερση,  αρκετοί αρχιερείς και προεστοί με κάποια πρόφαση διοικητικών ρυθμίσεων. Έμειναν εκεί ως όμηροι σε όλο το διάστημα της πολιορκίας, υπό μαρτυρικές συνθήκες διαβίωσης.

Ο Γέρος του Μοριά, σε αντίθεση με τις διαφορετικές απόψεις των άλλων στρατιωτικών αρχηγών που ετάσσοντο υπέρ της πολιορκίας και της εκπόρθησης πρώτα των μικρών μεσσηνιακών κάστρων, είχε κατανοήσει αμέσως , πως η κατάληψη της Τριπολιτσάς θα ήταν πρωταρχικής σημασίας για την επανάσταση, αφού θα επέτρεπε στις ελληνικές δυνάμεις να ελέγχουν τον Μοριά και να καταλάβουν ευκολότερα τις υπόλοιπες περιοχές. Η γνώμη του επικράτησε τελικά .

Η πολιορκία άρχισε. Τέσσερα μεγάλα σώματα πολιορκητών σχημάτιζαν ημικύκλιο γύρω από την Τριπολιτσά. Το αριστερό κατείχε ο Κολοκοτρώνης με 2.500 άντρες, το δεξιό ο Γιατράκος με 1.500, το κέντρο με 1.000 ο Αναγνωσταράς και πίσω από το δεξιό και το κέντρο βρισκόταν ο Πετρόμπεης Μαυρομιχάλης με 1.500 άντρες . Αρχιστράτηγος ανακηρύχθηκε ο Πετρόμπεης υπό την υπέρτατη ηγεσία του Δημητρίου Υψηλάντη, αλλά πραγματικός αρχηγός ήταν ο Κολοκοτρώνης.  Οι  συνεχείς προσπάθειες των πολιορκούμενων να διασπάσουν τον κλοιό αποτύγχαναν.   Ο κλοιός γύρω από την Τριπολιτσά έσφιγγε διαρκώς και η πόλη υπέφερε. Οι αποθήκες των τροφίμων είχαν σχεδόν αδειάσει, τα χρήματα είχαν εξαντληθεί και οι αρρώστιες θέριζαν.

Η Τριπολιτσά, εξαιτίας του απόρθητου τείχους της ύψους 6 μέτρων και μήκους 3.500 μέτρων δε μπορούσε να κυριευθεί από τους Έλληνες εξαιτίας της έλλειψης πυρός των ιδίων, και της αξιοσημείωτης, από την άλλη, δύναμης πυρός του αρβανίτικου στρατιωτικού προσωπικού που διατηρούσαν οι Τούρκοι αξιωματούχοι, όπως ο πλούσιος Κιαμήλ-μπέης της Κορίνθου, ο Κεχαγιάμπεης και ο καϊμακάμης Μεχμέτ Σαλήχ. Εξού και η στασιμότητα προόδου που παρατηρήθηκε καθ’ όλη τη διάρκεια του καλοκαιριού, μέχρι και τα τέλη Σεπτεμβρίου. 

Ο αγώνας γύρω από την Τριπολιτσά. Πίνακας Π. Ζωγράφου, υπό την καθοδήγηση του Ι. Μακρυγιάννη (Αθήνα, Εθνικό Ιστορικό Μουσείο).

Οι εντός της Τρίπολης Οθωμανοί  κατάλαβαν ότι  κάθε αντίσταση ήταν μάταια, όταν έμαθαν ότι ηττήθηκε στα Βασιλικά η βοήθεια που ερχόταν από ξηράς και άρχισαν  διαπραγματεύσεις για συμβιβασμό.  Δεδομένου ότι οι Αλβανοί εν γένει θεωρούνταν προσκείμενοι στον Αλή πασά των Ιωαννίνων, έγινε ξεχωριστή διαπραγμάτευση με τους Αλβανούς και ξεχωριστή με τους Τούρκους.

Και ενώ άρχιζε να διαφαίνεται η παράδοση  της πόλης, , τελικά, στις 23 Σεπτεμβρίου 1821, ένα τυχαίο περιστατικό  ήλθε να επιταχύνει την τελική της έκβαση. Την μέρα εκείνη μάλιστα οι Τούρκοι έκαναν σύσκεψη στο σεράϊ για να αποφασίσουν για την παράδοση της πόλης:  Ένας Τσάκωνας αγωνιστής από τον Πραστό, ο Μανώλης Δούνιας, που είχε φιλία με ένα Τούρκο τηλεβολιστή και τον επισκεπτόταν κρυφά στην τάπια (δλδ τον προμαχώνα) του Ναυπλίου ανταλλάσσοντας τρόφιμα με τουρκικά όπλα, κατάφερε μαζί με δύο άλλους Τσάκωνες να εξουδετερώσει τους φρουρούς και να καταλάβει το τηλεβολείο. Αμέσως το έστρεψε κατά της πόλης και έβαλε κατά του σεραγιού.

Τότε και άλλοι Έλληνες που ήταν εκεί κοντά σκαρφάλωσαν με σχοινί στα τείχη και άνοιξαν τις πύλες .  Από αυτές ξεχύθηκαν τα σώματα των Ελλήνων  που σύντομα άνοιξαν όλες τις καστρόπορτες από όπου εφόρμησαν και οι υπόλοιπες ελληνικές δυνάμεις. Οι Τούρκοι πρόβαλαν λυσσασμένη αντίσταση και έγινε φοβερή μάχη σώμα με σώμα στους δρόμους της πόλης. Οι επαναστάτες όμως ήσαν πλέον ασυγκράτητοι και παθιασμένοι και κατάφεραν γρήγορα να εξουδετερώσουν κάθε αντίσταση.

 Μετά από μια πολιορκία τριών και πλέον μηνών (από τον Ιούνιο του 1821) η γενική έφοδος των Ελλήνων στην Τρίπολη όπως και η  σφαγή των τριών ημερών έγινε πραγματικότητα. Οι αγανακτισμένοι, ταπεινωμένοι και εξαθλιωμένοι Έλληνες ήταν σε θέση να τιμωρήσουν σκληρά και παραδειγματικά τον τύραννο της πατρίδας τους. 

Η άλωση της Τριπολιτσάς , είναι τόσο σημαντική για την εθνική μας υπόσταση, ώστε στον «Ύμνο εις την Ελευθερίαν», τον εθνικό μας ύμνο,  ο ∆ιονύσιος Σολωμός της αφιερώνει ολόκληρη την 3η ενότητα από τις 7 συνολικές ενότητες του ύμνου:
Παντού φόβος και τρομάρα
και φωνές και στεναγμοί.
Παντού κλάψες, παντού αντάρα
και παντού ξεψυχισμοί….
Σαν ποτάμι το αίμα εγίνει
και κυλάει στη λαγκαδιά
και τ’ αθώο χόρτο πίνει
αίμα, αντίς για τη δροσιά…

Η σφαγή της Τριπολιτσάς, όσο και αν φαντάζει απάνθρωπη  στα δικά μας μάτια, ήταν η λύτρωση των σκλαβωμένων Ελλήνων,  για τα όσα δεινά και φρικτά πράγματα είχαν υποστεί από τον Οθωμανικό ζυγό από την Άλωση της Κωνσταντινούπολης και μετά.  Ο Κολοκοτρώνης, εισερχόμενος στην Τρίπολη την τρίτη και τελευταία ημέρα της γενικής σφαγής των Οθωμανών, συνάντησε  όσους από τους αρχιερείς και προκρίτους ζούσαν ακόμη στα μπουντρούμια του Σαραγιού και  διέταξε   την απελευθέρωσή τους . Η 23η Σεπτεμβρίου αποτέλεσε μία μέρα σταθμό, όχι μόνο για την πόλη της Τρίπολης, αλλά και για την έκβαση ολόκληρου του απελευθερωτικού αγώνα του 1821. Ήταν η μέρα που σημειώθηκε μία από τις μεγαλύτερες στρατιωτικές επιτυχίες , καθώς  οι Έλληνες, υπό την ηγεσία του Κολοκοτρώνη, μπήκαν στην Τρίπολη ως αντίποινα στους Τούρκους για τις μεγάλες σφαγές που είχαν προηγηθεί..  Ολόκληρη η Πελοπόννησος  βρισκόταν στα χέρια των Ελλήνων, εκτός λίγων  των φρουρίων, τα οποία πολιορκούνταν στενά.    Η Τριπολιτσά ως διοικητικό, στρατιωτικό και οικονομικό κέντρο της Πελοποννήσου με ιδιαίτερη στρατηγική σημασία, καθώς ήλεγχε τις οδούς προς τις άλλες μεγάλες πόλεις της Πελοποννήσου, ήταν το καλύτερο αντίδοτο για να σπάσει τόσο το ηθικό των Τούρκων, αλλά και να αποτελέσει το στρατηγικό σημείο από το οποίο θα ξεκινούσε η εξάπλωση της επανάστασης.

Ο Παναγιώτης Κεφαλάς υψώνει την ελληνική σημαία στην Τριπολιτσά, Πίνακας του Peter von Hess (Μουσείο Μπενάκη, Αθήνα). 

Η Επανάσταση εφοδιάστηκε με 11.000 όπλα, εμψυχώθηκε και απέκτησε όνομα στο εξωτερικό.  Οι εξεγερμένοι πίστεψαν πια, πως οι Τούρκοι δεν ήταν ακατανίκητοι, η Υψηλή Πύλη θορυβήθηκε, ενώ  οι Μεγάλες Δυνάμεις άρχισαν να αισθάνονται ότι οι τότε ταπεινωμένοι και εξαχρειωμένοι Έλληνες ήταν σε θέση επιτέλους, να διεκδικήσουν την επανάκτηση των πατρώων εδαφών με ό,τι συνεπαγόταν αυτή η διεκδίκηση.

 Σήμερα, 200 χρόνια μετά την Άλωση της Τριπολιτσάς, το εθνικό και πολιτικό της μήνυμα παραμένει φωτεινό και ηχηρότατο.

 Οι μόνες πόλεις για τις οποίες ο Ελληνισμός χρησιμοποιεί τον όρο της άλωσης είναι για την Κωνσταντινούπολη και για την Τριπολιτσά. Το 1453 αλώθηκε η Βυζαντινή Κωνσταντινούπολη από τους Οθωμανούς, ενώ το 1821 αλώθηκε η Οθωμανική αθλία Τριπολιτσά από τους επαναστατημένους Έλληνες. Το 1453 στην Κωνσταντινούπολη είχαμε ενταφιασμό του Ελληνισμού και το 1821 στην Τριπολιτσά είχαμε εθνεγερσία. Ο Κωνσταντίνος Παλαιολόγος συμβολίζει το ένδοξο τέλος και ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης την ένδοξη Παλιγγενεσία. 

Όμως, σαν φιλόλογος  θα πω ότι,  η λέξη Άλωση δεν χρησιμοποιείται σωστά στην  περίπτωση της Τριπολιτσάς.    Η λέξη « Άλωση»  προέρχεται από το αρχαίο ρήμα αλίσκομαι που σημαίνει συλλαμβάνομαι , κυριεύομαι.  Η λέξη κυριεύω σημαίνει πως αποκτώ εξουσία πάνω σε κάτι που δεν είναι δικό μου.   

Η Τρίπολη  δεν …κυριεύτηκε την 23η Σεπτεμβρίου 1821, γιατί πολύ απλά είχε κυριευτεί χρόνια πριν, από τους Οθωμανούς. Η Τρίπολη αλώθηκε από τους Οθωμανούς. Όχι από τους Έλληνες. Την 23η Σεπτεμβρίου απλά  επέστρεψε εκεί που ανήκει. Σε ελληνικά χέρια.   Η σωστή λέξη   λοιπόν είναι  απελευθέρωση της Τριπολιτσιάς.    

  Όταν αποφασίστηκε η ανέγερση του Μνημείου του Άγνωστου Στρατιώτη στη βάση της Βουλής των Ελλήνων στην Αθήνα,  μαζί με την ανέγερση του μνημείου αποφασίστηκε η ανακομιδή των λειψάνων του Κολοκοτρώνη, η μεταφορά τους στην Τρίπολη και η τοποθέτησή τους στη βάση του ανδριάντα του Κολοκοτρώνη, εκεί ακριβώς που βρίσκονταν το Σαράι του Πασά της Τριπολιτσάς.

Η νοερή αυτή γραμμή που επεκτείνεται από την Πλατεία του Άρεως στην Τρίπολη μέχρι το Μνημείο του Άγνωστου Στρατιώτη στην Αθήνα, συμβολίζει παντοτινά τον καθοριστικό ρόλο της Τριπολιτσάς στην εθνική και πολιτική ταυτότητα του Νεότερου Ελληνικού Κράτους.      

Βιβλιογραφία:

Διονυσίου Κόκκινου, «Η Ελληνική Επανάστασις», Μέλισσα 1957, τόμος Γ’, σελ. 318, 334.

Σπυρίδων Τρικούπης, Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως, Λονδίνο, 1857, Β’ 92.

Φωτάκος (Φώτιος Χρυσανθόπουλος), «Απομνημονεύματα περί της Ελληνικής Επαναστάσεως», (Αγροτικές Συνεταιριστικές Εκδόσεις, Θεσσαλονίκη 1977).

Ιωάννης Φιλήμων, «Δοκίμιον Ιστορικόν περί της Ελληνικής Επαναστάσεως, 1859-1861», τ. Δ’ σελ. 224.

«Διήγησις συμβάντων της ελληνικής φυλής, Απομνημονεύματα Κολοκοτρωναίων», Εκδόσεις Νάστου, τόμος 1, σελ. 112.