Φιλική Εταιρεία: η ίδρυση και η προσφορά της στην ελληνική Επανάσταση. (Α μέρος)

Η σημαία της Φιλικής Εταιρείας

Η Φιλική Εταιρεία υπήρξε ο προάγγελος της Ελληνικής Επανάστασης.
Ηταν η σημαντικότερη από τις μυστικές οργανώσεις, που σχηματίστηκαν για
την προετοιμασία της Επανάστασης ενάντια στην Οθωμανική Αυτοκρατορία
και απελευθέρωση των Ελλήνων.
 Ο ίδιος ο Ξάνθος στα Απομνημονεύματά του, αναφέρει ότι σκοπός της Φιλικής
Εταιρείας ήταν η γενική επανάσταση των Ελλήνων για την «ανέγερσιν και
απελευθέρωσιν του Ελληνικού Έθνους και της Πατρίδος μας», «… δια να
ενεργήσωσι μόνοι των, ότι ματαίως από πολλού χρόνου ήλπιζαν από την
φιλανθρωπία των Χριστιανών Βασιλέων»
Ι. Πριν την Φιλική Εταιρεία είχαν προηγηθεί άλλες:
Το 1809 ιδρύεται στο Παρίσι το «Ελληνόγλωσσον Ξενοδοχείον» από τον
πάμπλουτο Θεσσαλονικιό Γρηγόριο Ζαλύκη και τον πρίγκηπα Δημήτριο
Κομνηνό. Ανάμεσα στα μέλη τους βρίσκουμε και τον Αθανάσιο Τσακάλωφ,
μετέπειτα ιδρυτικό μέλος της Φιλικής Εταιρείας.
Το 1813 ξεκινά στην Αθήνα με την υποστήριξη της Αγγλίας, μία δεύτερη
εταιρεία με το όνομα «Φιλόμουσος Εταιρεία» με κεντρικό σκοπό την
καλλιέργεια του Ελληνικού πνεύματος των νέων, την έκδοση βιβλίων, τη
βοήθεια φτωχών σπουδαστών κ.α. Μόνο που αυτή η οργάνωση δεν απέκτησε
ούτε λαϊκό έρεισμα, καθώς κινείτο σε κύκλους λογίων και διπλωμάτων και η
ίδια η Αθήνα λόγω της τότε πληθυσμιακής δομής δεν παρείχε ευνοϊκές
συνθήκες.

Άλλες δύο παρόμοιες οργανώσεις ήταν η «Εταιρεία του Λέοντος» και η
«Εταιρεία του Φοίνικος», αλλά με 2 εκ διαμέτρου αντίθετες στρατηγικές. Η
Εταιρεία του Λέοντος είχε πιο ειρηνικές διαθέσεις και είχε στόχο τη βαθμιαία
απόκτηση ισχύος των Ελλήνων Χριστιανών μέσα στην Οθωμανική
Αυτοκρατορία…. «Ευδαιμονία των εν Τουρκία Χριστιανών», ενώ η εταιρεία του
Φοίνικος πίστευε στην βίαιη επανάσταση.
Στην Εταιρεία του Φοίνικος ανήκαν ο Σκουφάς και ο Ξάνθος και κατά μία
άποψη από εκεί τους γεννήθηκε η ιδέα για τη «Φιλική Εταιρεία».
ΙΙ.Οι ιδρυτές της Φιλικής Εταιρείας
Την πρωτοβουλία για την ίδρυση της Εταιρείας στην Οδησσό πήραν τρεις
(κατ’άλλους ιστορικούς τέσσερις), άνδρες όχι ιδιαίτερα επιφανείς ή πλούσιοι,
έμποροι με επαναστατική προπαιδεία: ο Αθανάσιος Τσακάλωφ από τα
Ιωάννινα, ο  Νικόλαος Σκουφάς από το Κομπότι Άρτας, και ο Εμμανουήλ
Ξάνθος από την Πάτμο. Άλλες αναφορές αναφέρουν τον Παναγιώτη
Αναγνωστόπουλο σαν συνιδρυτή και μάλιστα πριν από τον Ξάνθο.

Αθανάσιος Τσακάλωφ

Κάποτε στα Γιάννενα, πριν από 217 χρόνια, ζούσε η οικογένεια του Νικηφόρου
Τεκελή, σπουδαίου γουνέμπορου της εποχής, που απουσίαζε σχεδόν μόνιμα
στην Ρωσία για τις δουλειές του. Πίσω, είχε αφήσει τη γυναίκα του Βασιλική
και τα 2 του παιδιά. Ένα απόγευμα που ο γιος, ο 12χρονος Θανάσης που ήταν
και ωραίο παιδί, επέστρεφε από το σχολείο, τον άρπαξαν οι τζοχανταραίοι του
Αλή Πασά και τον έσυραν με τη βία στο σεράι για να μείνει στο χαρέμι του
Αλή. Κάτι δυστυχώς που συνηθιζόταν εκείνη την εποχή Η μάνα Βασιλική μόλις
το έμαθε, έχασε τον κόσμο, αλλά γρήγορα και ψύχραιμα αποφάσισε να σώσει
το γιο της. Το όπλο της; Τα χρήματα που ευτυχώς διέθετε. Απευθύνθηκε στον
αρχιαστυνόμο του Αλή, γείτονά της και πολύ φιλάργυρο. Τον χρύσωσε για να
ελευθερώσει το παιδί της και έτσι έγινε.Όμως η ασφάλεια ήταν προσωρινή. Αν
ο Θανάσης συνέχιζε να κυκλοφορεί στους δρόμους υπήρχε κίνδυνος να τον
ξαναπιάσουν. Έτσι τον έκρυψε στο υπόγειο και περίμενε να επιστρέψει ο
άντρας της. Ο μικρός Θανάσης έμεινε στο υπόγειο 6 μήνες βυθισμένος στον

φόβο, τον θυμό και την απελπισία.Όταν γύρισε ο πατέρας του η απελπισία του
μεγάλωσε καθώς οι γονείς του αποφάσισαν ότι η μόνη λύση θα ήταν η
φυγάδευση  στο εξωτερικό.Αυτός ο ξεριζωμός τον σημάδεψε για πάντα.
Φεύγοντας από τα Γιάννενα ορκίστηκε να μην ξεχάσει ποτέ και να τιμωρήσει
τους τυράννους.Ο πατέρας του τον πήγε στη Ρωσία και του έδωσε άλλο όνομα
για να χαθούν τα ίχνη του σε περίπτωση που τον αναζητούσαν.
Το δήλωσε ως Αθανάσιο Τσάκαλογλου, από το παράνομα του παππού του που
ήταν ο ηρωικός κλέφτης Τσάκαλος. Καθώς στην Ρωσία τα επίθετα συνήθως
καταλήγουν σε -ωφ, ο Θανάσης Τεκελής έγινε Αθανάσιος Τσακάλωφ.
Όταν ο Τσακάλωφ έφτασε στην κατάλληλη ηλικία, ο πατέρας του τον έστειλε
στο Παρίσι για να σπουδάσει. Αλλά ούτε η λάμψη του Παρισιού, ούτε οι
διασκεδάσεις, ούτε οι γνώσεις, που του προσέφεραν οι σπουδές του τον
γέμιζαν. Υπήρχε ένα τεράστιο κενό μέσα του σχετικό με τον όρκο που είχε
δώσει φεύγοντας από τα Γιάννενα.
Κάποια στιγμή όμως η τύχη του χαμογέλασε γιατί η τύχη του έφερε στον
δρόμο του 2 σπουδαίους Έλληνες. Τον πάμπλουτο Θεσσαλονικιό Γρηγόριο
Ζαλύκη και τον πρίγκηπα Δημήτριο Κομνηνό, που είχαν ιδρύσει στο Παρίσι την
μυστική οργάνωση «Ελληνόγλωσσον Ξενοδοχείον». Μέλη της οργάνωσης
ήταν Έλληνες και Φιλέλληνες. Τυπικά εμφανιζόταν σαν φιλανθρωπική
οργάνωση, αλλά στην ουσία απέβλεπε στην οργάνωση των απόδημων
Ελλήνων, προκειμένου να επιδιώξουν το «ποθητό» όπως αποκαλούσαν την
επανάσταση. Ο Τσακάλωφ γνώριζε λοιπόν πολύ καλά (σαν μέλος) την
οργάνωση του Ελληνόγλωσσου Ξενοδοχείου.

Νικόλαος Σκουφάς

Λίγο πιο κάτω από τα Γιάννενα στην Άρτα και συγκεκριμένα στο Κομπότι ένα
χωριό μιάμιση ώρα μακριά με τα πόδια, υπόδουλο και αυτό στον Αλή Πασά
μεγάλωνε ένα άλλο παιδί, ο Νικόλας Κουμπάρος.Η οικογένεια του ήταν φτωχή.

Ο πατέρας του ήταν μικροέμπορος και πηγαινοέφερνε προϊόντα στην Άρτα. Ο
Νικόλας ήταν ένα παιδί που σήμερα θα το χαρακτηρίζαμε χαρισματικό, αλλά…
μεγάλωνε δυστυχισμένο. Όχι από τη φτώχεια αλλά από το ότι δεν άντεχε το
στίγμα του Ραγιά και το μαράζι του ήταν ότι οι συνθήκες δεν του επέτρεπαν να
μάθει γράμματα. Όταν έγινε 12 ετών, ο πατέρας του άρχισε να τον παίρνει
μαζί του στην Άρτα για να μάθει τη δουλειά. Μια μέρα στην Άρτα
διασταυρώθηκε με μία ομάδα μικρών παιδιών που γύριζαν από το σχολείο. Ο
Νικόλας ένιωσε τόση ντροπή που ήθελε να ανοίξει η γη να τον καταπιεί.
«Μικρά παιδιά», συλλογίστηκε και ξέρουν να διαβάζουν και να γράφουν και
εγώ δεν ξέρω να γράφω ούτε το όνομά μου. Τον πήρε το παράπονο και
ξέσπασε σε ένα βουβό κλάμα, ματώνοντας την ψυχή του πατέρα του, ο οποίος
του ζήτησε συγνώμη γιατί τα οικονομικά τους δεν άντεχαν τις δαπάνες ενός
σχολείου. Τότε ο Νικόλας του είπε: «Πατέρα, γνωρίζεις τόσο κόσμο στην Άρτα.
Βρες μου μία δουλειά και τα υπόλοιπα άστα σ’ εμένα.»
Έτσι και έγινε. Βρήκε δουλειά στο εργαστήριο κάποιου τεχνίτη που έφτιαχνε
σκούφους, ενώ συγχρόνως κατόρθωσε να τον δεχτεί μαθητή του, παρά το
προχωρημένο της ηλικίας του ένας γνωστός δάσκαλος, ο Θεοχάρης Νούγιας.
Έτσι ο 12χρονος Νικόλας έγινε μαθητής και μαθητευόμενος τεχνίτης. Πρόκοψε
και στα δύο. Σύντομα άνοιξε δικό του κατάστημα με σκουφιά στην Άρτα και
από τότε ο Νικόλας Κουμπάρος έγινε γνωστός ως Νικόλαος Σκουφάς.
Παρόλα ταύτα δεν ήταν ευτυχισμένος, παρά την επαγγελματική του επιτυχία
δεν έπαψε να αισθάνεται σκλάβος. 
Κάποια μέρα συγκρούστηκε με μία ομάδα Τούρκων, που κακοποιούσαν έναν
Έλληνα επειδή είχε κλέψει 2 κότες. Οι Τούρκοι όχι μόνο τον χτύπησαν άσχημα
αλλά του κατέστρεψαν το μαγαζί και το χειρότερο είναι ότι ποδοπάτησαν την
περίφημη φυλλάδα με τον Θούριο του Ρήγα Φεραίου.
Μετά από αυτό το επεισόδιο μία ήταν η λύση, να φύγει για να σώσει τη ζωή
του. Φεύγοντας γεμάτος πίκρα και παράπονο ορκίστηκε και αυτός να μην
ξεχάσει.Ο Σκουφάς κυνηγημένος πήγε στην Πρέβεζα και από εκεί ένας
τολμηρός καπετάνιος τον πήγε στην Οδησσό. Όμως ούτε εκεί έπαψε να
υποφέρει. Ένιωθε σκλάβος. Ένιωθε ότι είχε χρέος να κάνει κάτι. Δεν ήξερε τον
τρόπο, αλλά ήταν βέβαιος ότι θα τον έβρισκε και θα προχωρούσε.
«Όταν έρθει η ώρα θα φανερωθεί ο τρόπος» έλεγε. Έτσι πίστευε και η πίστη
του δεν διαψεύτηκε. Ο Σκουφάς είχε ιδιαίτερες επαφές με τον Κωνσταντίνο
Ράδο, ο οποίος τον μύησε στον Καρμποναρισμό και τα μυστικά του.
Χρησιμότατες γνώσεις όπως απεδείχθη αργότερα…

Εμμανουήλ Ξάνθος

Σε ένα απομακρυσμένο νησί, την Πάτμο, μεγάλωνε και ο Μανόλης Ξάνθος.
Ένα παιδί στοχαστικό, πρόωρα ωριμασμένο και μελαγχολικό. Ζούσε με την
μητέρα του γιατί ο πατέρας του απουσίαζε πάντα. Το σπιτικό δεν υστερούσε σε
υλικά αγαθά αλλά έλειπε η χαρά και η ευτυχία. Ο Μανόλης δε θυμόταν να είχε
δει την μάνα του να χαμογελά, ούτε γιορτές, ούτε χαρές. Έτσι ο μικρός
Μανόλης ωρίμασε πριν την ώρα του. Και όταν η μητέρα τον πήγε να μάθει
γράμματα στην περίφημη Πατμιάδα Σχολή, κοντά στον πασίγνωστο
ιεροδιδάσκαλο πατέρα Καλλίνικο, ο Μανόλης συνειδητοποίησε ότι δεν
μπορούσε να ενταχθεί στις συντροφιές των άλλων παιδιών. Κλείστηκε λοιπόν
στον εαυτό του και αναζήτησε καταφύγιο στο διάβασμα.
Κάποια στιγμή γύρισε ο πατέρας του και έμαθε ότι ο λόγος απουσίας του ήταν
γιατί ήταν στρατιώτης-μισθοφόρος στον στρατό του Τσάρου. Αυτό τον τάραξε
αρκετά, αλλά χωρίς να κρίνει τον πατέρα του. Δεν χωρούσε στο μυαλό του ότι
ο πατέρας του είχε «νοικιάσει» τη ζωή του σε ξένη πατρίδα την στιγμή που η
δική του ήταν σκλαβωμένη.
Γι’ αυτό μόλις ενηλικιώθηκε ακολούθησε τα βήματα του πατέρα του. Έφυγε σε
ξένους τόπους για να έχει την ψευδαίσθηση της ελευθερίας την οποία ποτέ δεν
επέτυχε.Πρώτος σταθμός του Ξάνθου ήταν η Τεργέστη και ακολούθησε η
Οδησσός. Μα ούτε στην μία, ούτε στην άλλη βρήκε τη γαλήνη που ζητούσε.
Κατέφυγε λοιπόν στην Κωνσταντινούπολη, με την ελπίδα ότι εκεί θα ένιωθε
πιο ελεύθερος και ας ήταν η έδρα του Σουλτάνου! Σ’ αυτή την Μαγική Πόλη,
αντιφέγγιζε ακόμα το θάμπος των περασμένων μεγαλείων και γαλήνευε τις
καρδιές των κατατρεγμένων. Και πράγματι, εκεί βρήκε κάτι από αυτά που
αποζητούσε…Γνωρίστηκε με τους Ηπειρώτες εμπόρους Ασημάκη Κροκίδα,
Χριστόδουλο Οικονόμου και Κυριάκο Μπιτσαξή, που τον αγκάλιασαν, τον
εμπιστεύτηκαν και τον έκαναν συνέταιρό τους στο εμπόριο Λαδιού. Και
μάλιστα του ανέθεσαν τα ταξίδια στην Ελλάδα.

Παναγιώτης Αναγνωστόπουλος

Το 1790 γεννήθηκε στην Ανδρίτσαινα της Πελοποννήσου, ο Παναγιώτης
Αναγνωστόπουλος που στα παιδικά του χρόνια, είχε τα ίδια βιώματα με τους
Ξάνθο, Σκουφά και Τσακάλωφ. Κοντά στα 15 του η οικογένειά του πήγε στην
Σμύρνη και ο Παναγιώτης από εκεί, μετά από ένα σύντομο διάστημα σπουδών
στην Κωνσταντινούπολη, βρήκε καταφύγιο στην φιλόξενη Οδησσό αλλά η
ψυχή του βρισκόταν συνεχώς στην σκλαβωμένη πατρίδα. Στην Οδησσό
συνάντησε τον συμπατριώτη του Αθανάσιο Σέκερη, ο οποίος τον πήρε κοντά
του και του ανέθεσε να κρατά τα λογιστικά βιβλία του. Ωστόσο η πίκρα που
ένιωθε τον έκανε αγέλαστο, αμίλητο και απόμακρο. Καμιά φορά έκλεινε τα
βιβλία και κατέβαινε στην προκυμαία, μήπως συναντήσει κανένα νεοφερμένο
συμπατριώτη του, μπας και του πει κάποιο καλό νέο…Όμως πάντα επέστρεφε
απογοητευμένος και στιγμές στιγμές μουρμούριζε… «Κακόμοιρη πατρίδα,
κακόμοιροι Έλληνες» και ξανάπιανε το γράψιμο.
ΙΙΙ. Πως γνωρίστηκαν οι ιδρυτές
Αυτό έγινε στο φιλόξενο λιμάνι της Οδησσού. Πρώτα στις αρχές Νοεμβρίου
του 1813 γνωρίζεται ο Ξάνθος και με τον Σκουφά και Τσακαλώφ και μετά
ενσωματώνεται και ο Αναγνωστόπουλος (διότι ο Σκουφάς διέβλεπε την
καταλληλόλητα της Πελοποννήσου). Δεν είναι εξακριβωμένο ποιος είχε την
σύλληψη της ιδέας για την ίδρυση της Εταιρείας. Ο Ξάνθος στα
απομνημονεύματά του δηλώνει ότι αυτός παρακίνησε τον Σκουφά, αλλά είναι
βέβαιο ότι ο Σκουφάς πρώτος διέγραψε ένα αρχικό πλάνο για την Εταιρεία. 
Στις 14 Σεπτεμβρίου του 1814 (επέτειο του Σταυρού), κλείστηκαν σε ένα
σπίτι της Οδησσού, στην οδό Κράσνι, και έδωσαν όρκο μπροστά στο ιερό
ευαγγέλιο για «Ελευθερία ή Θάνατο». 
Ο Ξάνθος τότε ήταν 42 ετών, ο Σκουφάς 35, ο Τσακάλωφ 26 (και ο
Αναγνωστόπουλος 24).

 Πηγές:

  1. «Tα απομνημονεύματα περί Φιλικής Εταιρείας» που έγραψε ο ίδιος ο
    Εμμανουήλ Ξάνθος στην Αθήνα το 1844.
  2. “Δοκίμιον ιστορικόν περί της Φιλικής Εταιρίας” – Σύγγραμμα του
    Ιωάννου Φιλήμωνος
  3. «Η Μυστική Οργάνωση: Φιλική Εταιρεία» του Σεραφείμ Παπαδημητρίου

Της Χρυσούλας Β. Γαλάνη
Δρ. Ιστορίας και Διδακτικής της Ιστορίας ΕΚΠΑ, τ. Γυμνασιάρχη,
Γ.Γ. Συνδέσμου Συνταξιούχων Εκπαιδευτικών Γλυφάδας