Ο φιλέλληνας λόρδος Βύρων

Της Χρυσούλας Β. Γαλάνη Δρ. Ιστορίας και Διδακτικής της Ιστορίας ΕΚΠΑ, τ. Γυμνασιάρχη,
Γ.Γ. Συνδέσμου Συνταξιούχων Εκπαιδευτικών Γλυφάδας

Λευτεριά, για λίγο πάψε

να χτυπάς με το σπαθί

κι έλα σίμωσε και κλάψε

εις του Μπάιρον το κορμί.

«Εις το θάνατο του Λορδ Μπάιρον»

       Διονύσιος  Σολωμός

 Στις 19 Απριλίου ( με το νέο ημερολόγιο) 1824, ο Λόρδος Βύρωνας   άφησε την τελευταία του πνοή στο Μεσολόγγι, μετά από υψηλό πυρετό που ανέπτυξε, πεθαίνοντας για τη λευτεριά μιας πατρίδας που δεν ήταν καν δική του! Και ήταν μόλις 36 ετών… Ο βίος του κορυφαίου ρομαντικού ποιητή και φιλέλληνα ήταν σύντομος. Όμως έζησε την κάθε μέρα με πάθος, ενώ η διαδρομή και το έργο  του συνδέθηκε άμεσα με τον απελευθερωτικό αγώνα των Ελλήνων.

Ο Τζορτζ Γκόρντον Νόελ λόρδος του Μπάιρον, 6ος Βαρώνος Μπάιρον, ο για τους Έλληνες λόρδος Βύρων. γεννήθηκε στο Λονδίνο στις 22 Ιανουαρίου του 1788. Είχε λυμένα τα οικονομικά του προβλήματα κι, από μικρός, ασχολήθηκε με την ποίηση. Πέρασε τα νεανικά του χρόνια γλεντώντας, ταξιδεύοντας, σαρκάζοντας τον υποκριτικό πουριτανισμό των Άγγλων και υμνώντας τον αρχαίο ελληνικό πολιτισμό. Εξελίχθηκε σε δεινό κολυμβητή, λάτρη της γυμναστικής , καθώς η φυσική του ομορφιά ταίριαζε γάντι με τον ανυπότακτο χαρακτήρα του και την αγάπη για την περιπέτεια. Παρά το γεγονός ότι ήταν κουτσός στο δεξί του πόδι. Και βέβαια, του άρεσε να γράφει ποιήματα. Το πρώτο του («Ώρες σχόλης») η κριτική το κατακεραύνωσε. Ο Μπάιρον θύμωσε, τύπωσε ένα υβριστικό λίβελο εναντίον των κριτικών κι έφυγε από την Αγγλία.           Ήταν 21 χρόνων, το 1809, όταν έκανε το μεγάλο ταξίδι. Ξεκίνησε από την Πορτογαλία, γύρισε την Ισπανία, γνώρισε τη Μάλτα, πέρασε στην Ιταλία κι από εκεί στην Πάτρα, ανέβηκε στο Τεπελένι, όπου φιλοξενήθηκε για λίγο στην αυλή του Αλή πασά. Συνεχίζοντας την περιπλάνησή του, πέρασε από την Αθήνα, όπου τον φιλοξένησε ο πρόξενος της Αγγλίας Μακρής. Επιστρέφοντας στην Αγγλία, ο Μπάιρον τύπωσε το πρώτο μέρος του ποιητικού του έργου «Τσάιλντ Χάρολντ», που χαιρετίστηκε από το κοινό. Παντρεύτηκε την Άννα Ισαβέλλα Μιλβέικ αλλά ο γάμος κατέληξε σε αποτυχία. Ο Μπάιρον έφυγε στο Βέλγιο, όπου γνωρίστηκε κι έγινε στενός φίλος με τον ποιητή Πέρσι Μπις Σέλεϊ (1792 – 1828). Οι δυο φίλοι έζησαν μαζί τρελές περιπέτειες και τελικά πήγαν στην Ιταλία, μπερδεύτηκαν στη μυστική οργάνωση των καρμπονάρων και γνωρίστηκαν στην Πίζα με τον Αλέξανδρο Μαυροκορδάτο.

Όταν ξέσπασε η Ελληνική Επανάσταση, ο Βύρων, που με το ποίημά του «Προφητεία του Δάντη» είχε καταδικάσει τα τυραννικά καθεστώτα και είχε εκφράσει τη συμπάθειά του για τους απελευθερωτικούς αγώνες των λαών, έδειξε αμέσως το ενδιαφέρον του. Το 1823 έγινε μέλος του «Φιλελληνικού Κομιτάτου», ενός συλλόγου από άγγλους φιλελευθέρους και φιλέλληνες, που είχαν σκοπό να ενισχύσουν τους έλληνες επαναστάτες. «Αποφάσισα να πάω στην Ελλάδα. Είναι το μοναδικό μέρος, όπου δοκίμασα πραγματική ευχαρίστηση. Αν είμαι ποιητής το χρωστώ στον αέρα της Ελλάδας» έγραφε σε κάποιον φίλο του. Επισκεπτόμενος την Ελλάδα για πρώτη φορά μεταξύ 1809 και 1811, κατά τη διάρκεια μιας μεγάλης περιοδείας στην ανατολική Μεσόγειο, ο Μπάιρον ακούει για τους επικηρυγμένους από τους Τούρκους Έλληνες κλέφτες και τις παράτολμες επιδρομές τους. Γοητεύεται από την έντονη θέλησή τους για ανεξαρτησία και τους ταυτίζει με τους ομηρικούς ήρωες που αποκτούν την υστεροφημία χάνοντας νέοι τη ζωή τους στη μάχη.  Η επαναστατική φλόγα του Μπάιρον βρίσκεται όμως στη φαντασία. Στην πραγματικότητα ο ποιητής παραμένει ένας «διστακτικός ριζοσπάστης», ακόμα και όταν συναντά τους επαναστάτες Καρμπονάρους της Ιταλίας. Ο Μπάιρον δεν συμφωνεί με τις ριζοσπαστικές κοινωνικές μεταρρυθμίσεις που απαιτούν οι Καρμπονάροι με τον αγώνα τους για απελευθέρωση από τα δεσποτικά καθεστώτα της χώρας τους.                    Λίγο μετά την κατάρρευση του κινήματος των Καρμπονάρων στην Ιταλία, ξεσπά η Ελληνική Επανάσταση. Αν και οι κυβερνήσεις της Ευρώπης την καταδικάζουν, οι πρώτοι φιλελεύθεροι εθελοντές από κάθε γωνιά της ηπείρου κατεβαίνουν προς νότον, στο πλευρό των εξεγερμένων. Έτσι γεννιέται και ο πιο σημαντικός χαρακτήρας που πλάθει ο Μπάιρον σε μετέπειτα ποιήματά του όπως τα «Γκιαούρ» και «Κουρσάρος»: η μορφή του ρομαντικού αμφισβητία και μοναχικού εξεγερμένου, ή αλλιώς του «βυρωνικού ήρωα» στα πρότυπα του Έλληνα κλέφτη. Εκείνον τον καιρό ο Μπάιρον συναντιέται με τον ρομαντικό, ριζοσπάστη ποιητή Σέλλεϋ στη Ραβέννα της Ιταλίας. Ο Βρετανός Σέλλεϋ, με τη φιλελληνική του ζέση καταφέρνει να ξεσηκώσει τον Μπάιρον που έχει ήδη γράψει ποίηση για την Ελλάδα, όπως το «Τσάιλντ Χάρολντ» και τον «Δον Ζουάν».    Στις σημειώσεις του «Τσάιλντ Χάρολντ» ο Μπάιρον δείχνει ότι είναι μάρτυρας μιας χώρας ερειπίων, με τις αρχαιότητες να υπενθυμίζουν ότι η Ελλάδα είναι μια χώρα νεκρή. Τι μπορεί να γίνει ώστε να αναβιώσει ο αρχαίος πολιτισμός στον σύγχρονο κόσμο; Στο ποίημα «Δον Ζουάν» η δράση του Δον Ζουάν τοποθετείται στην Ελλάδα και όχι στη γενέτειρά του Ισπανία, έτσι ώστε το έπος αυτό να συνδέεται με την περιοχή όπου διαδραματίζεται η Οδύσσεια του Ομήρου. Οι περίφημοι δεκάξι στίχοι που αρχίζουν με τη φράση «Ω νησιά της Ελλάδας…» γίνονται πλέον το σημαντικότερο σημείο αναφοράς για τους ενθουσιώδεις και εμπνευσμένους Ευρωπαίους που σπεύδουν να ενωθούν με τους επαναστατημένους Έλληνες.

 Στο κλίμα της επανάστασης ο Μπάιρον μπαίνει πλέον συνειδητά, αφού διαβάσει και την περίφημη «Εισαγωγή» του Σέλλεϋ στο ποίημα του «Ελλάς», όπου ο ποιητής δηλώνει: «Είμαστε όλοι Έλληνες». Όπως αναφέρει ο Μπήτον, ο πλατωνιστής Σέλλεϋ συλλαμβάνει εδώ την ιδέα του αιώνιου πνευματικού θριάμβου της Ελλάδας: «Η κοινή καταγωγή συγχωνεύει το έθνος των αρχαίων με τους σημερινούς απογόνους τους και δημιουργεί ένα χρέος που όλοι όσοι δεν είναι Έλληνες το οφείλουν στους σύγχρονους Έλληνες».   Είναι ο Μπάιρον όμως έτοιμος να εμπλακεί πολιτικά σε έναν απελευθερωτικό αγώνα; Ο τραγικός και πρόωρος θάνατος του Σέλλεϋ στην Ιταλία τον Ιούλιο του 1822 από πνιγμό έξω από τα παράλια του Λιβόρνο, τον στερεί από ένα ελεύθερο, παθιασμένο και εμπνευσμένο πνεύμα, ταγμένο στην Ελληνική Επανάσταση. Έναν χρόνο μετά, τον Ιούλιο του 1823 και ως φόρο τιμής στον Σέλλεϋ, ο Μπάιρον αναχωρεί για την Ελλάδα αποφασισμένος να διοχετεύσει την ουσία του ρομαντισμού σε πολιτική πράξη.

 Την 1η Μαρτίου 1823 συστήνεται η Ελληνική Επιτροπή του Λονδίνου με σκοπό να βοηθήσει έμπρακτα την Ελλάδα να απελευθερωθεί και να γίνει το πρώτο ανεξάρτητο έθνος-κράτος στην Ευρώπη. Επιπλέον η Ελληνική Επανάσταση επαναξιολογείται από τη βρετανική κυβέρνηση, της οποίας η παρέμβαση, υπό τον Υπουργό Εξωτερικών Τζορτζ Κάννινγκ, σηματοδοτεί την πρώτη ρωγμή των συμμαχικών δυνάμεων ενάντια στις εξεγέρσεις των λαών.

Στις 3 Αυγούστου 1823 έρχεται στο Αργοστόλι. Ο Μπάιρον εκπροσωπώντας την Επιτροπή είναι έτοιμος να ενισχύσει οικονομικά με δικούς του πόρους τον Αγώνα, μέχρις ότου εγκριθεί βρετανικό δάνειο. Όμως κατά τη διάρκεια της παραμονής του στην Κεφαλλονιά αντιμετωπίζει τις εμφύλιες έριδες που μαίνονται στην ενδοχώρα. Έχοντας διορισθεί αντιπρόσωπος του «Φιλελληνικού Κομιτάτου», μοίρασε στους επαναστάτες τα εφόδια, που του έστειλαν από το Λονδίνο. Από δικά του χρήματα έστειλε στο Μαυροκορδάτο 4.000 λίρες (σημερινή αξία 332.000 λίρες ή, 383.000 ευρώ), για τη συντήρηση του στόλου. Η επιταγή εξαργυρώθηκε στη Μάλτα, με τη μορφή ασημένιων ισπανικών δολαρίων, τα οποία μεταφέρθηκαν σε μπαούλα στο Μεσολόγγι

«Η υποδοχή του λόρδου Βύρωνα στο Μεσολόγγι». Θεόδωρος Βρυζάκης

Η νηφάλια απόφαση του Μπάιρον να δώσει τα χρήματα σε μια κυβέρνηση με νομιμότητα και όχι σε «φατρίες» που τον θέλουν οπαδό, τον οδηγεί στο Μεσολόγγι όπου μαζί με τον φιλοβρετανό Αλέξανδρο Μαυροκορδάτο προσπαθούν να αποφύγουν την έριδα που απειλεί σε εμφύλιο τις παρατάξεις των οπλαρχηγών, κυρίως μεταξύ Υδραίων και Κολοκοτρωναίων. 

  Ο Μπάιρον πήγε με καΐκι στο Μεσολόγγι, παραμονή Χριστουγέννων του 1823. Εκεί, με δικά του χρήματα, εξόπλισε ένα σώμα από 3.000 Σουλιώτες κι ανέλαβε όλα τα έξοδά του. Οι Σουλιώτες, όμως, ήταν ανυπότακτοι και προκαλούσαν εντάσεις στο Μεσολόγγι, επειδή απαιτούσαν περισσότερα προνόμια από οποιονδήποτε άλλο. Ο Βύρων αναγκάστηκε να διώξει τους περισσότερους και να κρατήσει μόνο 60 έμπιστους, ως προσωπική του φρουρά.  Κάλεσε στο Μεσολόγγι τον βρετανό πυροτεχνουργό, Γουίλιαμ Πάρεϊ, ο οποίος επιμελήθηκε μέρος της οχύρωσης και έστησε μηχανουργείο.  Ο αντίκτυπος ήταν τρομερός. Στο εξωτερικό, το φιλελληνικό κίνημα ανδρώθηκε κι ο ένοπλος αγώνας κέντρισε το ενδιαφέρον της κοινής γνώμης. Στο εσωτερικό, η συμμετοχή ενός πασίγνωστου Άγγλου αριστοκράτη αποτελούσε μεγάλη ενθάρρυνση για τους επαναστάτες.  Αν και απογοητεύτηκε από τις εσωτερικές διαμάχες των επαναστατών, εισηγήθηκε στην Τράπεζα της Αγγλίας να δοθεί δάνειο στους Έλληνες.  Δυστυχώς, η προσφορά του μεγάλου ποιητή και φιλέλληνα πολιτικού διακόπηκε απότομα.  Οι, οι στερήσεις, οι κακουχίες και η ως τότε άστατη ζωή του κλόνισαν την υγεία του.  Τον Απρίλιο του 1824 αρρώστησε. Τα χαράματα της 19ης Απριλίου 1824, Δευτέρα του Πάσχα, άφησε την τελευταία του πνοή στο Μεσολόγγι, σε ηλικία 36 χρονών. Τα τελευταία του λόγια του ήταν για την Ελλάδα: «Της έδωσα τον καιρό, την υγεία μου, την περιουσία μου, και τώρα της δίνω τη ζωή μου. Τι μπορούσα να κάνω περισσότερο;» Τιμήθηκε ως ήρωας από την Ελλάδα που τόσο αγάπησε. Στην Αγγλία, η είδηση του θανάτου του συγκλόνισε τη χώρα….

«Ο θάνατος του Βύρωνα», Joseph Denis Odevaere, 1826

Η μεγάλη  κληρονομιά του Βύρωνα φάνηκε δύο χρόνια μετά, 10 προς 11 Απριλίου 1826, τη νύχτα της μεγάλης εξόδου. Τη νύχτα που απετέλεσε την αυγή της αποθέωσης αυτής της μικρής πόλης της Αιτωλοακαρνανίας, αλλά μεγάλης και ιερής πόλης της παγκόσμιας ιστορίας. Η πανευρωπαϊκή, γιατί όχι και παγκόσμια αναγνώριση του Μεσολογγίου ως βωμού της ελευθερίας ήρθε ως αναγνώριση μιας διαρκούς ενασχόλησης της ευρωπαϊκής κοινωνίας με το Μεσολόγγι, εξαιτίας του Λόρδου Βύρωνος. Το Μεσολόγγι γέμισε τα πρωτοσέλιδα των ευρωπαϊκών εφημερίδων, τις διακηρύξεις φιλελληνικών συλλόγων, τα διαβήματα πολιτών προς τις κυβερνήσεις τους. Η πόλη αυτή, εξαιτίας του Λόρδου Βύρωνα, κατέστη ουσιαστικά μία ευρωπαϊκή πόλη που κράτησε προσηλωμένα πάνω της τα μάτια εκατομμυρίων ανθρώπων και συγκίνησε με τις περιπέτειες, την πολιορκία και τέλος την ηρωική της έξοδο, ολόκληρους λαούς.


 Ο Μπάιρον ήταν το πρότυπο του ρομαντικού ήρωα και του ρομαντικού ποιητή.                                                            Οι Έλληνες μετά την απελευθέρωση τίμησαν τον λόρδο Μπάιρον και του έκαμαν άγαλμα, που υψώνεται στο Ζάππειο, στη γωνία που βλέπει προς την Ακρόπολη και παριστάνει τον φιλέλληνα κοντά σε μια γυναίκα –την Ελλάδα– που τον στεφανώνει. Το όνομα του Βύρωνα δόθηκε και στο συνοικισμό προσφύγων, που ιδρύθηκε στην Αθήνα, πάνω από το Παγκράτι και σήμερα αποτελεί τον Δήμο Βύρωνα.

Η Ελλάδα στέφουσα τον Λόρδο Βύρωνα“, αλληγορικό μαρμάρινο σύμπλεγμα – Αθήνα

Πηγές:

Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών, “Ο εορτασμός της εκατονταετηρίδος του θανάτου του Βύρωνος = The celebration of the centenary of Lord Byron’s death, 1824-1924“, Υπό του Αθήνησι Πανεπιστημίου, Εν Αθήναις 1924

Παναγιώτης Κανελλόπουλος, «Λόρδος Βύρων: Η ζωή και το έργο του»,

Εκδόσεις Δ. Γιαλλέλης

Διονύσιος Σολωμός, “Εις το θάνατο του Λόρδ Μπάϋρον: Ποίημα λυρικό ανατυπωθέν επ΄ ευκαιρία του εορτασμού της εκατονταετηρίδος της μνήμης του φιλέλληνος Λόρδου